Ειρήνη
Στον Κώστα Βαρνάλη
Τ' όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ' όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ' τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.
Ο πατέρας που γυρνάει τ' απόβραδο μ' ένα
φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ' ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ' οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που
παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.
Όταν οι ουλές απ' τις λαβωματιές κλείνουν
στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους πούσκαψαν οι οβίδες
φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές πούκαψε η πυρκαϊά δένει τα
πρώτα της μπουμπου και η ελπίδα
κ' οι νεκροίμπορούν να γείρουν στο πλευρό
τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του
κάκου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το
βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο
δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει
φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα
σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές
καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ' ένα
βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ' άλλο
λέγοντας: το φως, το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.
Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να
γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από
κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ' ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ'
το σύννεφο
όπως βγαίνει απ' το κουρείο της συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το
Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.
Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της
χαράς μέσα στο βράδι
κ' είναι μια κερδισμένη μέρα κ' ένας δίκαιος
ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει
βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ' τις γωνιές του
χρόνου
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι οι θυμωνιές των αχτίνων στους
κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ' αλφαβητάρι της καλοσύνης στα
γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου -- όταν λέμε: αύριο θα
χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.
Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην
καρδιά
κ' οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα
δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο
προλετάριος
είναι η ειρήνη.
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των
ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ' άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ' αλέτρια που χαράχουν βαθειές
αυλακιές σ' όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ' άλλο. Ειρήνη.
Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.
Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δώστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό 'ναι η ειρήνη.
του Γιάννη Ρίτσου
Αθήνα, Γενάρης, 1953
Abenaki
OLAKAMIGENOKA
Afar
SALAAMATA
Afrikaans
VREDE
Ainu
APUNNO
Akan
ASOMDWOE
Akkadian
SALMU
Alabama
ITTIMOKLA
Albanian
PAQE
Algonquin
WAKIIJIWEBISI
Alsacien
FRIEDE
Amharic
SELAM
Arabic
SALAM
Aramaic
SHLAMAA
Aranese
PATZ
Armenian
ASHKHARH
Assamese
SHANTI
Avar
REQEL
Avestan
AXSTI
Aymara
HACANA
Azeri
SOLH
Bambara
HERE
Bajan
PEACE
Bangi
NYIEE
Basaa
SAN
Basque (Euskara)
PAKEA
Batak
PARDAMEAN
Belorussian
PAKOJ
Bemba
MUTENDEN
Bengali
SHANTI
Bhojpuri
SHANTI
Bisaya
KALINAW
Bislama
PIS
Blackfoot
INNAIHTSIIYA
Bobo
MAKONAKON
Boko
LUMANA
Bosnian
MIR
Brahui
ASUDAI
Breton
PEOCH
Bulgarian
MIR
Buli
GOOM-JIGI
Burmese
NYEIN CHAN YAY
Cantonese
PENG ON
Carolinian
GUNNAMMWEY
Catalan
PAU
Cebuano
KALINAW
Chamorro
MINAGGEM
Chechen
MASHAR
Cherokee
DOHIYI
Cheyenne
NANOMONSETOTSE
Chewa
MTENDERE
Chicksaw
NANNAAYYA
Choctaw
ACHUKMA
Chol
NACH'CHOCOYA
Chontal
AYLOBAHA GAFULEYA
Chuuk
KUNAMMWEY
Cimbrian
BRIDE
Comanche
TSUMUKIKATU
Cornish
CRES
Corsican (north)
PACE
Corsican (south)
PACI
Creole
PAIX
Creole (Capeverdean)
PAZ
Creole (Guadeloupe)
PE
Creole (Jamaica)
SATTA
Creole (Port Moresby)
GUTPELA TAIM
Crio
PIS
Czech
MIR
Danish
FRED
Dari
SULH
Divehi
SULHA
Dschang
MBWENE
Duala
MUSANGO
Dutch
VREDE
Efik
EMEM
Egyptian
HETEP
Ekari
MUKA MUKA
English
PEACE
Eskimo
ERKIGSNEK
Esperanto
PACO
Estonian
RAHU
Ewe
DUTIFAFA
Faeroese
FRIDUR
Fanagolo
KUTULA
Farsi (Persian)
SOLH
Fijian
VAKACEGU
Finnish
RAUHA
Flemish
VREDE
Fon
FIFA
French
PAIX
French (older)
PAIS
Fresian
FRED
Friulan
PAC
Fula
JAM
Gaelic-Irish
SIOCHAIN
Gaelic-Scottish
SITH
Galician
PAZ
Garifuna
DARANGILAU
Ge'ez
SALAM
German
FRIEDEN
Gikuyu
THAYU
Gothic
GAWAIRPI
Greek
EIPHNH
Greenlandic
EQQISAQATIGIINEQ
Griko (Puglia, Italy)
FILIA
Guarani
PYGUAPY
Gujarati
SHANTI
Halaka
PEGDUB
Hausa
LUMANA
Hawaiian
MALUHIA
Hebrew
SHALOM
Hiligaynon
PAGHIDAET
Hindi
SHANTI
Hiri Motu
TAIM BILLONG SIKAN
Hmong
KEV SIB HAUM XEEB
Hokkien
TAI PENG
Hopi
SHI-NU-MU (=peaceful)
Hungarian
BEKE
Icelandic
FRIDUR
Icelandic (older)
FRIDR
Ido
PACO
Igbo
UDO
Ila
CHIBANDA
Ilokano
KAPPIA
Indonesian
DAMAI
Ingush
MASHAR
Inuit
TUTKIUM
Inupiak
KINUINAK
Inuktitut
ANUSDAKE
Ishkashmi
SALAM
Italian
PACE
Ivatan
SAYCHID
Japanese
HEIWA
Javanese
TENTRAM
Kabyle
LAHNA
Kannada
SHANTI
Karelian
RAUHU
Kashmiri
AMN
Kazakh
MIR
Kekchi
TUKTUQUIL USILAL
Khmer (Cambodian)
SANTEKPHEP
Kikuyu
THAYU
Kildi Sami
AJJV
Kinyarwanda
AMAHORO
Kirghiz
TINCTIK
Kirundi
AMAHORO
Kongo
KIKOENDI
Klingon
ROJ
Koasati
ILIFAYKA
Korean
PYOUNG-HWA
Kosati
ILIFAYKA
Kurdish
ASHTI
Kusaiean
MIHS
Ladino
PAS
Lakota
WOWANWA
Lao
MITSUMPUN
Lappish
RAFI
Latin
PAX
Latvian
MIERS
Lenape
ACHWANGUNDOWAGAN
Limburgan
VREIJ
Lingala
KIMIA
Lithuanian
TAIKA
Lojban
PANPI
Lozi
NALA
Luganda
EMIREMBE
Magindanain
KALILINTAD
Mahican
ANACHEMOWEGAN
Malagasi
FANDRIAMPAHALAMANA
Malay
KEAMANAN (SALAM DAMAI?)
Malinke
HERE
Malgache
FANDRIAMPAHALEMANA
Maltese
PACI
Mandarin
AN-PING
Mandinka
KAYIROO
Manobo
LINEW
Manx
SHEE
Maori
RONGO
Mapundungun
UVCHIN
Maranao
DIAKATRA
Marathi
SANTATA
Marshallese
AENOMMAN
Masaba
KOOSI
Mawu
HALA
Mayagna
PRI LANI
Mentaiwan
PERDAMIAM
Metis Cree
PEYAHTUKE YIMOWIN
Micmac
WONTOKODE
Miskito
KUPIA KUMI LAKA
Mokilese
ONPEK
Mingo
SKN'
Mongo
BEOTO
Mongolian
ENKH TAIVAN (?)
Mossi
LAFI
Munsterian
ECHNAHCATON
Muskogee
ITTIMOKLA
Nahuatl
TLAMATCANEMILIZTLI
Nauruan
IOW
Navaho
KE
Nepali
SAANTI
Nez Perce
EYEWI
Ngasanan
CUTU
Nhengatu
TECOCATU
Norwegian
FRED
Ntomba
NYE
Nyanja
MTENDERE
Occitan
PATZ
Odawa
NWEBIN
Ojibwe
BANGAN (=to be peaceful)
Olkola
ERRAY
Oluta
MAXU
Onandaga
CHKENON
Oromo
NAGAYA
Otomi
HMETHO
Palauan
BUDECH
Pali
NIRUDHO
Pampangan
KAPAYAPAN
Pangasinan
KAREENAN
Papago
DODOLIMDAG
Papiamentu
PAS
Pashto
AMNIAT
Paumari
VA'I JAHA
Pintupi
YATANPA
Polish
POKOJ
Ponapean
MELELILEI
Portuguese
PAZ
Potawatomi
ETOKMITEK
Powhatan
COHQWAIVWH
Punjabi
SHANTI
Pustu
SULA
Quechua
CASILLA (?)
Quenya
SERE
Rapanui
KIBA KIBA
Romanian
PACE
Romansch
PASCH
Romany
SMIROM
Rotuman
HUAG TOTOKA
Roviana
MAGOGOSO
Ruanda
NIMUHORE
Rundi
AMAHORO
Russian
MIR
Saa
DAILAMA
Sami
RAFAIDUHHTIT
Samoan
FILEMU
Sanskrit
SHANTIH
Sardinian
PACHE
Serbian
MIR
Seri
MUSAX IHOM SIIJOZ
Sesotho
KHOTSO
Setswana
KAGISO
Shona
RUNYARO
Sichuan Yi
TE-NJO
Sindhi
SANTI
Sinhala
SAMAYA
Sioux
WOOKEYEH
Siswati
KUTHULA
Slovak
MIER
Slovenian
MIR
Sobota
PAKS
Somali
NABAD
Sudovian
PAKA
Spanish
PAZ
Swahili
USALAMA (SALAMA?)
Swedish
FRED
Tagalog (Filipino)
KAPAYAPAAN
Taino
AMIKEKIA
Tajik
ASTI
Tamazight (Berber)
TALWIT
Tamil
SAMADAANAM
Tangut
NEI
Tarawan
RO
Tatar
DUSLIK
Telugu
SHANTI
Thai
SANTIPAB
Thiraro
MBUKUSHI
Tigrinya
SALAM
Tibetan
ZHIDE
Tlingit
LI-KEI
Tongan
MELINO
Truk
KUNAMMWEY
Tsalagi
NVWHTOHIYADA
Tswana
KHOTSO
Tupi
TEKOKATU
Turkish
BARIS
Turkmen
PARAHATCYLYK
Twi-Akan
ASOMDWEE
Uighur
SAQ
Ukrainian
MIR
Urdu
AMAN
Uzbek
TINCHLIK
Veps
VENOSTI
Verlent
PAXTEM
Vietnamese
HOA BINH
Volapuk
PUD
Wagiman
NYIMBUR-MA
Warlpiri
IAWA-NYINAMI
Waloon
PAAYE
Welsh
HEDD
Wendish
POKOJ
Wintu
MINA
Woleaian
GUMUND
Wolof
JAMM
Wyandot
SCAN-O-NIE
Xhosa
UXOLO
Yiddish
SHULAM
Yoruba
ALAAFIA
Yue
SAI GAAI OH PIHNG
Yupik
KINUINAK
Zapotec
LAYENI
Zoque
MOSOJEJ
Zulu
UKUTHULA (UXOLO?)
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΦΩΤΗ ΑΓΓΟΥΛΕ : Γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ –αρχαία Κρήνη- στα παράλια της Μικράς Ασίας απέναντι ακριβώς στη Χιο. Ο πατέρας του λέγονταν Σιδερής Χονδρουδάκης κι ήτανε ψαρομανάβης. Το «Αγγουλές» το πήρε από παρατσούκλι. Η μάνα του λέγονταν Γαρουφαλιά. Είχε τρεις αδερφές κι ο Φώτης ήταν το στερνοπαίδι. Στον πρώτο πόλεμο 1914-18 πού έγινε κι ο πρώτος διωγμός των χριστιανών της Μικράς Ασίας, ο πατέρας του φόρτωσε μια νύχτα την οικογένεια του σε καΐκι και την πέρασε απέναντι στη Χιο, για να τη σώσει απ' τη σφαγή. Τον πρώτο καιρό τούς στεγάσανε σε σχολεία, σε αποθήκες, σε χαλάσματα. Τε­λικά τους εγκατέστησαν στο παλιό Κάστρο. Στο σχολείο πήγε μέχρι τη δεύτερη τάξη του Δημοτικού, χωρίς κι αυτή να την τελειώσει. Τα γράμματα τάπαιρνε, ήτανε όμως πολύ ζωηρός και μια μέρα πήδηξε απ' το παράθυρο της τάξης του και πια δεν ξαναγύρισε. Στα 14 του χρόνια διάβασε για πρώτη φορά ένα ποίημα κι ενθουσιάστηκε. Από τότε σκάλιζε χαρτιά και παιδευόταν να ταιριάζει στίχους. Στα 15 πήγε μαθητευόμενος παραγιός σε τυπογραφείο που τυπωνόταν η το­πική εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ». Σε λίγα χρόνια έμαθε την τέχνη, γνωρίστηκε και με νέους διανοούμενους κι έβγαλαν το εβδομαδιαίο περιοδικό «ΤΟ ΝΗΣΙ ΜΑΣ» αλλά σε λίγο καιρό τόκλεισαν. ΙΙαλικαράκι πια δημοσίευσε στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» μια τσουχτερή σά­τιρα για τον Μουσολίνι. Τον τραβάνε στα δικαστήρια, τελικά αθωώνεται, αλλά από τότε χαρακτηρίζεται σαν αριστερός. Μη μπορώντας ν' αντέξει την κατοχή φεύγει για την Μ. Ανατολή. Περνά μια νύχτα τον Αύγουστο του 1941 με μια βάρκα απέναντι στον Τσεσμέ κι από κει στη Σμύρνη και στοιβαγμένοι με πολλούς άλλους πάνω σε βαγόνια φτάνουνε στο Χαλέπι της Συρίας μετά Χάιφα-Παλαιστίνη. Ό Αγγουλές κατατάχτηκε στον Ελληνικό στρατό της Μ. Ανατολής κι απέκτη­σε — όπως λέγαν — την ειδικότητα του στρατιώτη ποιητή. Αρχές του 1942 αποσπάστηκε στην Ιερουσαλήμ στο τυπογραφείο του Πα­τριαρχείου πού τύπωναν το στρατιωτικό περιοδικό «ΕΛΛΑΣ». Στα 1942 μετατέθηκε στο Κάιρο και κει γνωρίστηκε με τον Σεφέρη που ήταν προϊστάμενος στο κυβερνητικό γραφείο τύπου. Εκεί παντρεύτηκε μια Αιγυπτιώτισσα ελληνίδα και δημοκράτισσα δασκάλα των Γαλλικών πού λέγονταν Έλλη Κυ-ριαζή κι ήταν απ' το Πήλιο η καταγωγή της. Διατηρούσε μπαρ πού σύχναζαν πολ­λοί έλληνες. Ζήσανε μαζί 4-5 μήνες. Τον Αύγουστο του 1944 οι Άγγλοι τον πήγαν εξορία στην Ασμάρα, μετά φυ­λακή και απομόνωση στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο κι αργότερα στο Ντεκαμερέ. Εκεί αρρώστησε και τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο του Μαϊχαμπάρ από κει σαν άρρωστος απολύθηκε. Μετά από διαδρομή άνω Αίγυπτο-Αλεξάνδρεια έφτασε στην Αθήνα και σε λίγες μέρες έφτασε στη Χιο. Και στη Χίο άμα γύρισε ο Φώτης είχε αρχίσει ο ύπουλος, έπειτα επίσημος διω­γμός των αριστερών. Στη θέση της η χωροφυλακή ορκισμένη απ' τόν καιρό της κα­τοχής, στα πόστα τους μοναρχικοί, μεταξικοί, ως και συνεργάτες των Γερμανών, τώρα συνεργάτες των Άγγλων. Έπειτα δεν άργησε, την είδαμε πώς φούντωσε σ' όλη την Ελλάδα η δεξιά τρο­μοκρατία, πώς συγκροτήθηκε πάλι αντίσταση στα βουνά, παλιοί και νέοι καπετα­ναίοι και αντάρτες — εμφύλιος πόλεμος. Και στις πολιτείες σκληρός ο παράνομος αγώνας συλλήψεις, δίκες, εκτελέσεις, εξορίες, οι φυλακές δε χωρούνε, ανοίξανε κι άλλες, ανοίξανε στρατόπεδα για ξεφτελισμό και βασανισμό κομμουνιστών και πα­τριωτών Γιούρα, Μακρόνησο. Οι Άγγλοι σύμβουλοι επιστατούνε και διδάσκουνε. Η μνήμη πληγώνεται όποτε αναπολεί τη φριχτή εποχή, αναζητά την καθαρή σειρά της προδοσίας του Ελληνικού λαού μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο, πώς πλή­ρωσε το πρώτο μεταπολεμικό αντικομμουνιστικό πείραμα των Άγγλων και Αμε­ρικάνων, συνεχίζεται ακόμη. Τα 2 μεγάλα νησιά Σάμο, Μυτιλήνη μέ τό προζύμι του πρώτου βγάλανε και δεύτερο αντάρτικο, το πληρώσανε ακριβά. Κι η άβγαλτη Χίος πλήρωσε ακριβά τους ογδόντα πρωτόπειρους πρωτοπόρους της. Το 1948 μέσα στις καθημερινές αγωνίες, συλλήψεις και καταδίκες μάθαμε πως είχε πιαστεί ο Φώτης, ήτανε κλεισμένοι μ' έναν φίλο του, Μιχάλη Βατάκη, σε μια στέρνα, φουντάνα, στο χωριό Βροντάδο και τυπώνανε παράνομη εφημερίδα. Τους είχε σωθεί το παξιμάδι κι οι ελιές τους, ένα καλαθάκι, καθώς και τ' οξυγόνο δεν άναβε πια το φαναράκι τους — έπεσε άραγε ρουφιανιά, άραγε ξετρυπώσανε καμιά νύχτα σα μαμούνια να πάρουν αέρα και τους είδε κανένα μάτι, δεν μάθαμε ποτές. Τους κατεβάσανε στη Χώρα και τους πομπέψανε δεμένους, ο κόσμος περίφοβος αλλά και κανένας δεν τους πρόσβαλε. Τους σηκώσανε ύστερα όλους μαζί απ' τη Χίο, είπανε πώς τους πήγανε στα Γιούρα και κείνος πως βρίσκεται στη Σύρα στο Νοσο­κομείο. Τότε για μας κάθε μετακίνηση ήταν πολύ δύσκολη, όμως πήγε στη Σύρα μια ηλικιωμένη και ψυχωμένη αλληλεγγίτισσα, η κυρά Αντωνία, του συνοικισμού Ζωγράφου. Της είχε πεθάνει μια μοναχοκόρη αντάρτισσα, ο μοναχογιός της στη Μα­κρόνησο, αλλά η καρδιά της βουνό, πήγε τον είδε και μας έφερε νέα του. Έπειτα μάθαμε πως η δίκη θα γίνει στην Αθήνα, πως κινδυνεύει να δικαστεί σε θάνατο. Τρέξαμε όπου είχαμε γνωριμίες, ελπίδες, τα γνωστά. Είχαν ενδιαφερθεί και αρκετοί Χιώτες, είχε πολλές συμπάθειες. Δικάστηκε 12 χρόνια ειρκτή. Δε θυμάμαι χρονολογικά τις μεταγωγές του από φυλακή σε φυλακή, τις πέρασε όλες. Στο Ναύπλιο συζητήθηκε η αναθεώρηση του αλλά δεν πήγε ο δικηγόρος και φίλος του. Στα Βούρλα τον είδα επισκεπτήριο πρώτη φορά, έπειτα στην Κόρινθο, πιο ήμε­ρη φυλακή μας φάνηκε. Με τους σεισμούς του '53 βρέθηκε στην Κεφαλονιά. Πολλοί φύλακες πετάξανε τα κλειδιά, τρέχανε, βγάζανε τους κρατούμενους λοιπόν σε μια πλατεία, οι πολιτικοί αναλάβανε, ορίσανε υπεύθυνους για φρούρηση, σχηματίσανε τετράγωνο. Έλεγε ο Φώτης πως ή γης βούιζε κάθε τόσο και τάραζε σα θάλασσα, κάτι περίψηλα πεύκα τα πετούσε όξω, φαίνουνταν οι ρίζες τους, οι κορφές τους ακουμπούσαν χάμω και πάλι ορθοποδίζανε. Οι άνθρωποι πέφτανε, βαστιούντανε χέρι-χέρι, μερικοί ξερνούσανε, η σκόνη τύφλωνε. Διαδόθηκε τότε με τη θεομηνία ότι κάποιο μέτρο θ' ακουστεί ευεργετικό, ελπίζαμε αλλά τίποτα δεν έγινε, τους μεταφέρανε στην Κρήτη, στην Αλικαρνασσό. Το '54 τον φέρανε στον Άγιο Παυλο για εγχείρηση του στομαχιού, δεν μπορούσε πια να φάει καθόλου. Μιλήσαμε από κοντά-κοντά στο κρεβάτι του, η διάθεση του καλή κι εδώ «...θα φάω πάλι χταπόδι...» και κουνούσε το λεπτό, λεπτό του χέρι με τεντωμένα τα μαυριδερά του δάκτυλα σα να το παράγγελνε. Αποφυλακίστηκε το '56, απ' την Κέρκυρα, είχε συμπληρώσει τα 2/3 της ποι­νής του. Έμεινε πάλι στην Αθήνα μερικές μέρες και πήγε στη Χίο. Πάλι εκεί τον παρακολουθούσε η Ασφάλεια, τον καλούσαν κάθε μέρα, τον φο­βέριζαν, φοβέριζαν τους συγγενείς του και όποιον τον πλησίαζε. Για να υπογράψει δήλωση. Αυτός κάθε μέρα μπροστά τους ατάραχος, το στόμα του κλειστό χωρίς κα­θόλου να το σφίξει, άφωνος. Μάλιστα όταν θόλωσε ο νους του, φέρανε στην Κλινική να υπογράψει ένα χαρτί του ΙΚΑ, τόσο είχε συνήθειο τη βουβή άρνηση, ούτε άπλωσε το χέρι να το διαβάσει, μας κοίταζε και χαμογελούσε κάπως πονηρά, δηλαδή «δε θα με ξεγελάσετε ούτε σεις...», χρειάστηκε μεγάλη διαδικασία για να το υπογράψει μια αδελφή του. Πολύ τον στενοχωρούσε πως ταλαιπωρούσε κι άλλους άθελα, ίσα-ίσα καλη­μέριζε τη γειτονιά και τραβούσε. Είχε στέκι στο λιμάνι, σε κάτι πολύ φτωχικά τα­βερνάκια, τα περιφρονούσαν κι οι χαφιέδες. 'Εκεί περιζήτητος, τον κερνούσανε, του δίνανε καμιά φορά ψάρι «νά το μεταπουλήσει», γιά χαρτζηλίκι και πάλι το χαρτζηλίκι τούτο έπεφτε στο ρεφενέ για ρακί. Του άρεσε πάντα το πιοτό, τελικά δεν είχε άλλη απόλαυση. Μερικοί παλιοί φίλοι τον υποστηρίξανε, τον πήρε στο τυπογραφείο του ο εκδό­της της εφημερίδας «Χιακός λαός» έτσι και βρέθηκε με περίθαλψη του ΙΚΑ όταν αρρώστησε. Τύπωσε σιγά-σιγά εκεί με τα χέρια του τη συλλογή «Πορεία στη νύχτα», δική του επιλογή από παλιά ποιήματα καί νέα. Καλοκαίρι του '63 τον φέρανε σε κλινική στα Μελίσσια, είχε πάθει μολυβδίαση, την ασθένεια των τυπογράφων. Αλλά και το μυαλό του είχε πάθει. Δεν έβγαλε μιλιά όταν με είδε, αν γνώριζε αν δε γνώριζε δεν κατάλαβα, το μάτι του όμως μας παρα­κολουθούσε, θαρρείς μας έκρινε. Μια στιγμή σηκώθηκε, πήγε ως το παράθυρο, ίδια ή περπατησιά του πηδηχτή σαν έτοιμος για χορό. το κεφάλι του τώρα κάτασπρο. Με τη φροντίδα της ΕΔΑ μπήκε σ' άλλη κλινική ψυχιατρική στο Ελληνικό, εκεί τον περιποιηθήκανε πολύ γιατροί και νοσοκόμοι, μετά 4 μήνες έτρωγε, μιλούσε ομαλά. Όσον καιρό ήτανε άρρωστος καθισμένη δίπλα του μια αδελφή του, αφήνανε τα σπίτια τους, σύμφωνοι κι οί άντρες και τά παιδιά τους, χάρη του Φώτη, άμετρη, ασυζήτητη αφοσίωση, ανατολίτικη. Έλεγε κάποτε ο ίδιος πως αν ο ένας του σπιτιού δεν είχε ύπνο κι οι άλλοι αγρυπνούσανε «για συντροφιά...». Δεν του 'λειψε στην πατρίδα, στην προσφυγιά ποτές δα η γυναικεία παρουσία, κοπέλες πρόθυμες, απλές και γραμματιζούμενες λαχταρούσανε την παρουσία του, τον φροντίζανε, τον καμαρώνανε, ζηλεύανε, καρδιοχτυπούσανε, χωρίς και πολλές ελπίδες. Από μέρους του η ανταπόκριση εγκάρδια και άστατη. Ούτε και της γυναί­κας του δε δώσανε άδεια να έρθει απ' την Αίγυπτο, σε κανένα χρόνο πήραν διαζύγιο. Λοιπόν στο θάλαμο, γύρω απ' το κρεβάτι του όπως στη σκηνή του, στο κελί, πάντα μεγάλη σύναξη και συζήτηση, άδικα μαλώνουν οι γιατροί πώς του χρειάζε­ται ησυχία. Πάνω στο συνήθειο αυτό μια φορά του ξέφυγε «... σε τρώνε ζωντανό... φαίνεται είμαστε για φάωμα...». Ήρθε μετά 5-6 μήνες πάλι στην κλινική για παρακολούθηση, του βγάλανε και τη σύνταξη απ’ το σωματείο των τυπογράφων. Του προσκολλήθηκε τότε μιαν άρρω­στη και τάχα γιατρεμένη, τάχα γιατρεμένος κι αυτός, της έδωσε λόγο πως θα την πάρει στη Χίο και θα την παντρευτεί. Όμως ανάμεσα κωμωδία και μαρτύριο, μπήκε στη μέση ο θάνατος. Για να την παραλάβει λένε πως έκανε το τελευταίο του ταξίδι. Μας τηλεφωνήσανε ένα πρωί ότι βρέθηκε νεκρός στο «Κολοκοτρώνη» με το δρομολόγιο από Χίο προς Πειραιά, τη νύχτα 26 προς 27 Μαρτίου 1964, στο διά­δρομο της τουριστικής. Η νεκροψία έδειξε πνευμονικό οίδημα. Συμφωνήσαμε πώς έπρεπε να ταφεί στη Χίο, αυτό θα ήθελε και κείνος. Ταριχεύτηκε λοιπόν μέ φροντίδα της ΕΔΑ και στις 30 Μαρτίου τον συνοδέψαμε απ' το Νεκροταφείο στο πλοίο. Το φέρετρό του στ' αμπάρι καταστολισμένο — πάλι αμπάρι σού έμελλε — τον χειροκροτήσανε οι φίλοι στην προβλήτα όπως είναι το έθιμο και τον συνοδέψανε τέσσερις αποσταλμένοι. Στη Χίο φτάσαμε χαράματα, οι 3 αδελφές του περιμένανε μαυροντυμένες, κι άλλοι δικοί του, τοποθετήθηκε το φέρετρο στη Μητρόπολη, όλο το δρόμο μια θρη­νωδία σιγανή. Ως το μεσημέρι περνούσε ό κόσμος αδιάκοπα, μερικοί απλοί φίλοι του σκύβουνε και του μιλούνε δακρυσμένα «... ήσουνα καλά πού ήφυες...», «...οχ να μη βρεθεί κανείς μας εκεί...». Η κηδεία επίσημη, μ' έξοδα του Δήμου και μουσική. Μερικοί παραπονέθηκαν — γιατί να μην κάνουνε αυτοί τα έξοδα, λέγανε «... είμαστε φίλοι...», χτυπούσαν το στήθος τους, δείχναν την καρδιά τους, θλίψη αντρίκια ομηρική. Άλλοι λέγανε πώς αν είχε ο Φώτης τα μισά λεφτά που πήγανε στο ξόδι του θα περνούσε πλούσια ένα χρόνο. Στο τέλος μερικοί κοντινοί αρπάξανε το φέρετρο στα χέρια και τον κατεβάσανε στον τάφο. Η άνοιξη κι ο ήλιος της λάμπρυνε τα σωριασμένα στέφανα και τα σκυμμένα κεφάλια εκεινών που μείνανε πίσω δε φεύγανε. (Από το βιβλίο της Έλλης Παπαδημητρίου «Φώτης Αγγουλές», Κέδρος 1975).
Γεννημένος στη Χίο ο Νίκος Γιαλούρης στα 1928 ζούσε, εργαζόταν και δίδασκε μόνιμα στο νησί του. Από το 1945 πραγματοποίησε δεκάδες εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με συμμετοχή στη Μπιενάλε Αλεξανδρείας το 1976 και στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ το 1971. Κατά καιρούς έκθεσε, μετά από προσκλήσεις στην Αμερική, Σκανδιναβία, Ρωσία, Καναδά κ.α. Έγραφε ποίηση, θέατρο, δοκίμιο ενώ από το 1958 δημοσιογραφούσε στο ντόπιο, αθηναϊκό και ξένο τύπο από το 1958. Συνεργάστηκε με το ραδιόφωνο και την τηλεόραση και είχε στο ενεργητικό του ταινίες μικρού μήκους με πρώτη την αγγλο- ελληνική παραγωγή (1966) ΤΟ ΝΗΣΙ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ, με θέμα τη Χίο και την καλλιτεχνική του δουλειά πάνω σ’ αυτήν. Συνεργάσθηκε επίσης σε διάφορες ταινίες για τη Χίο με τελευταία τη ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ και ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ Χίο. Είχε ασχοληθεί με τη σκηνογραφία και τη διακόσμηση (ΟΜΗΡΕΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΧΑΝΔΡΗ ΧΙΟΥ και ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ- Χαλκιδική) και είχε σχεδιάσει υφάσματα, κοσμήματα, εξώφυλλα βιβλίων και δίσκων. Ήταν μέλος του Καλλιτεχνικού επιμελητηρίου, του ΚΥΚΛΟΥ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ και της Διεθνούς Ομάδας Καλλιτεχνικής Χειροτεχνίας. Τα έργα του ήταν χαρακτικά, λαδοπαστέλ, ακρυλικά και σχέδια με σινική και μικτή τεχνική. Θέματα του: το χιώτικο και γενικά το νησιωτικό τοπίο, αλλά και τα σύγχρονα κοινωνικά και περιβαλλοντικά δρώμενα. Το εργαστήριο και μόνιμο εκθετήριο του στεγαζόταν στο σπίτι του στη γραφική συνοικία της Αγίας Μαρίνας Καλοπλύτου στη Χίο. Πέθανε την πρώτη μέρα του καλοκαιριού του 2003, ημέρα Κυριακή στις 8.30 το βράδυ.